μέντιουμ ή διάμεσο


μέντιουμ ή διάμεσο
Πρόσωπο προικισμένο με ψυχικές ικανότητες πέραν του κανονικού, οι οποίες και το αναγκάζουν να προβεί ασυνήθιστες εκδηλώσεις που αποτελούν αντικείμενο μελέτης της μεταφυσικής. Η φαινομενολογία επιτυγχάνεται όταν το μ. (του οποίου η ψυχική και νευρική ζωή μπορεί να είναι απόλυτα κανονική, εκτός από τις στιγμές κατά τις οποίες εκδηλώνεται η ικανότητα του αυτή) πέφτει σε κατάσταση έκστασης (διαμεσική έκσταση), χαρακτηριζόμενη από μια λίγο ή πολύ βαθιά αλλαγή στην κατάσταση του ψυχισμού του. Στη μικρή έκσταση η προσωπικότητα του μ. αλλοιώνεται σε διάφορες προσωπικότητες, χωρίς να εξαφανιστεί· στη μεγάλη έκσταση (ή βαθιά έκσταση) η προσωπικότητα του μ. αντικαθίσταται για ένα χρονικό διάστημα ολοκληρωτικά από μια άλλη. Η κατάσταση έκστασης μπορεί να επιτευχθεί αυθόρμητα ή κατά πειραματικό τρόπο. Το σύνολο των συνθηκών περιβάλλοντος που απαιτούν τα ευρωπαϊκά μ. για να παράγουν τα φαινόμενα (σκοτάδι, ελεύθερη συζήτηση των παρισταμένων κ.ά.) είναι στην ουσία το σύνολο των συνθηκών κάτω από τις οποίες ενεργούν –κάτω από το εθνολογικό πρίσμα– οι μάγοι των πρωτόγονων φυλών και οι σαμάνοι κατά τη στιγμή της πραγματοποίησης των εξαιρετικών καθηκόντων που τους ανέθεσε η κοινότητα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μέντιουμ — το πρόσωπο που χρησιμεύει ως διάμεσο σε πνευματιστικά ή μεταψυχικά φαινόμενα, ικανό να αντιλαμβάνεται με φαινομενικώς υπερφυσικά μέσα διάφορα υπαρκτά στοιχεία γνώσης και, όπως πιστεύουν οι οπαδοί τού πνευματισμού, τα μηνύματα τών πνευμάτων, αλλ.… …   Dictionary of Greek

  • διάμεσο — το 1. το κενό διάστημα ανάμεσα σε δύο πράγματα ή ο χρόνος που μεσολαβεί ανάμεσα σε δύο πράξεις, ιντερμέδιο. 2. το μέντιουμ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.